Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Σημειώσεις ενός μετανάστη: Σύγχρονη Οδύσσεια


Είμαι 19 χρόνων. Φοιτούσα στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, στο Τμήμα Αγροτικής Ανάπτυξης, αλλά αναγκάστηκα, λόγω της κατάστασης που επικρατεί εκεί, να φύγω. Με τη βοήθεια του πατέρα μου βρήκαμε κάποιον που πήρε 12.000 δολάρια για να με πάει μέχρι τη Γερμανία.

Στην αρχή μάς πήγαν στο Πακιστάν. Χρειάστηκε να μείνουμε εκεί 10 μέρες κάτω από άθλιες συνθήκες. Υστερα, όταν έφτασα στα σύνορα του Ιράν, συνάντησα περίπου 3.000 άτομα και περπατήσαμε κάπου 15 ώρες στα βουνά.

Οταν μπήκαμε στο Ιράν, μας έβαλαν σε μεγάλα και γρήγορα αμάξια για να περάσουμε χωρίς να μας αντιληφθούν. Αν μας έβλεπαν, θα μας πυροβολούσαν. Ημασταν τόσοι πολλοί στο αμάξι που δεν μπορούσα να πάρω ανάσα και λιποθύμησα. Ενιωσα για πρώτη φορά τον θάνατο.

Διασχίσαμε το Ιράν μετά από μέρες. Πολλοί έμειναν στη χώρα. Φτάσαμε περίπου 100 άτομα στα σύνορα της Τουρκίας. Εκεί, Ιρανοί αστυνομικοί μάς πήραν χρήματα και μας πέρασαν από τα σύνορα. Ξαναπερπατήσαμε για ώρες, μέχρι που φτάσαμε σ’ ένα σπίτι.

Οταν φτάσαμε στα σύνορα της Ελλάδας, μας έβαλαν σε βάρκες, από 15 άτομα στην κάθε μία, και θυμάμαι ένα ποτάμι που τα νερά έτρεχαν τόσο γρήγορα που φαινόταν ότι αν πέσεις θα πεθάνεις. Μας είπαν να μπουν πρώτα οι γυναίκες και τα παιδιά. Σε δύο λεπτά, η βάρκα γύρισε, οι επιβάτες έπεσαν και τους παρέσυρε το ποτάμι. Ολοι σοκαριστήκαμε. Ενα μικρό κοριτσάκι που ήταν μαζί μας έκλαιγε, γιατί η μητέρα της ήταν στη βάρκα. Θυμάμαι μόνο ότι μας είπαν «τρέξτε» και μας γύρισαν πίσω. Ημουν στεναχωρημένος για μέρες, γιατί ανάμεσά τους ήταν και ένας φίλος από την πόλη μου.

Γυρίσαμε πίσω σ’ ένα χωριό στα σύνορα της Τουρκίας. Εκεί, μας πήγανε σε ένα αχούρι όπου ένας μεγαλόσωμος άντρας έπινε κρασί και ήταν θυμωμένος, διότι κάποιοι από μας είχαν πεθάνει και δεν μπορούσε να τους πάρει λεφτά. Μας ζήτησε κι άλλα χρήματα, γιατί τώρα ήμασταν λιγότεροι. Ξαναπροσπαθήσαμε πάλι να περάσουμε τα σύνορα για την Ελλάδα. Οταν περάσαμε, όμως, μας έπιασαν, μας πήραν τα λεφτά που είχαμε πάνω μας και έπειτα μας άφησαν. Περπατούσαμε για τρεις νύχτες. Τις ημέρες κρυβόμασταν, χωρίς φαγητό και νερό.

Εφτασα στην Αθήνα. Αυτός που είχε πάρει χρήματα να με πάει στη Γερμανία εξαφανίστηκε και έτσι έχασα τα λεφτά που είχαμε πληρώσει με την οικογένειά μου. Αλλά η ελπίδα να βρω ένα σπίτι δεν έχει χαθεί και θα τον βρω τον δρόμο μου.

Τζαβάντ (Αφγανιστάν)

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου